Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι...









«Οι άνθρωποι δεν προσέχουν αν είναι χειμώνας ή καλοκαίρι,
 όταν είναι ευτυχισμένοι».
Λέων Τολστόι


"Πότε είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι;"

-Όταν χαμογελούν, μου απάντησε μια φωνή.
-Όταν κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα, απάντησε μια άλλη.
-Όταν είναι υγιείς, ψιθύρισε μια ασθενική φωνή.
-Όταν μπορούν να δημιουργούν, ήρθε μια άλλη απάντηση.
-Όταν δεν είναι μόνοι, άκουσα την επόμενη φωνή.
-Όταν αγαπούν και τους αγαπούν, ακολούθησε μια ακόμα.
-Όταν τους αποδέχονται, αποκρίθηκε μια άλλη.
-Όταν δεν το ξέρουν, απάντησε άλλη μία....
-Όταν, όταν, όταν...

Ήρθαν κι άλλες πολλές απαντήσεις... Κι άλλες φωνές...

Άλλες συμφωνούσαν. Άλλες διαφωνούσαν.
Άλλες έμεναν βουβές, άλλες σκέφτονταν για λίγο. 
Άλλες δεν μπορούσαν να αποφασίσουν...
Άλλες δεν ήξεραν να απαντήσουν...
Άλλες δεν ακούγονταν ευτυχισμένες....
Άλλες έμοιαζαν σίγουρες...

-Όταν βρουν αυτό που ψάχνουν, ακούστηκε μια αποφασισμένη, δυνατή φωνή.

-Και τι ψάχνουν οι άνθρωποι; ρώτησα.
-Την ολοκλήρωση, συνέχισε η φωνή με βεβαιότητα.
-Και πότε είναι ολοκληρωμένοι οι άνθρωποι;
-Όταν...
Ακολούθησε σιωπή. Καμία άλλη φωνή δεν αποκρίθηκε.  
Και τότε είχα την απάντηση.

*Ανάρτηση με αφορμή συζήτηση που μοιράστηκαν μαζί μου.
                                                                                                                                                                                 Ε.Ψ.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Χιόνι, χιόνι, χιόνι!


Τελικά θαυμάζω το χιόνι...
...Γιατί μπορεί τόσο εύκολα, τόσο ξαφνικά και τόσο γρήγορα
να φτιάχνει μια κυριολεκτικά άσπρη μέρα.
...Γιατί μπορεί τόσο απλά και τόσο αθόρυβα να κυριαρχεί στο τοπίο.
...Γιατί δημιουργεί ένα υπέροχο σκηνικό και κάνει πολλούς, αν όχι όλους μας,
να βγούμε έξω και να το καμαρώσουμε.
...Γιατί μας κάνει φωτογράφους, καθώς τρέχουμε να το βγάλουμε φωτογραφία,
για να το κρατήσουμε στη μνήμη πριν χαθεί
για να πιστέψουμε ότι είναι αληθινό.
Χιόνι, χιόνι, χιόνι!
Μια μικρή λέξη, ένα σπάνιο -για μας που δεν το έχουμε συνηθίσει- καιρικό φαινόμενο
που έχει τόση δύναμη να μεταμορφώνει.
Να μεταμορφώνει τοπία αλλά και ανθρώπους.
Και να κερδίζει εντυπώσεις.
Θαυμάζω το χιόνι...
...Γιατί κάνει ανθρώπους όλων των ηλικιών μικρά παιδιά.
...Γιατί για χάρη του αγνοούμε το κρύο και στεκόμαστε να το θαυμάσουμε, ξεχνώντας το χρόνο.
...Γιατί μας γαληνεύει μπροστά σ' αυτό το ειρηνικό του λευκό.
Χιόνι, χιόνι, χιόνι!
Κάτι τόσο μικρό που έχει τόση δύναμη.
Τόση δύναμη για να σκεπάζει καθετί άσχημο
και του δίνει από τη δική του ομορφιά,
με έναν αλλιώτικα μαγικό τρόπο.
Θαυμάζω το χιόνι...
...Γιατί αναδεικνύει τα πάντα, κάνοντάς τα μέρος ενός μοναδικού έργου τέχνης,
καθώς συνθέτει ένα δικό του χειμωνιάτικο πίνακα ζωγραφικής.
Θαυμάζω το χιόνι.
Θαυμάζω αυτήν την πασπαλισμένη στα λευκά σημερινή μέρα!!

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Μια μέρα μόνο είναι αρκετή...


''Μια μέρα μόνο είναι αρκετή,
για να μας κάνει λίγο πιο μεγάλους...''
Paul Klee

Σαν χθες ήταν που έγραφα ότι ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα, ότι στολίζουμε και φωτίζουμε τα σπίτια μας για να υποδεχτούμε τη νέα χρονιά. Και περιμέναμε επισκέψεις, και δώρα και το νέο έτος. Και ήρθαν οι επισκέψεις και πήραμε τα δώρα, λίγα ή πολλά ή καθόλου, και έφτασε και η νέα χρονιά.
   2017. Εγώ βέβαια για να πω την αλήθεια συνέχιζα να το γράφω 2016 για μερικές ακόμα μέρες.... Μόνο τώρα, που έχει περάσει η πρώτη εβδομάδα, μπορώ να πω ότι άρχισα να το γράφω κατευθείαν 2017, χωρίς να σβήνω το 6 και να το κάνω 7.
  Μα νομίζω δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Το 6 ή το 7. Σίγουρα η ζωή δε μετριέται σε αριθμούς. Και σίγουρα δε μηδενίζεται ο χρόνος την Πρωτοχρονιά. Ο καθένας μπορεί να φτιάχνει τη δική του ''Πρωτοχρονιά'' μέσα στο χρόνο, βάζοντας αρχή και τέλος, όποτε ο ίδιος ανοίγει και κλείνει κύκλους, όποτε ξεκινάει ή ολοκληρώνει γνωριμίες, στόχους, εμπειρίες.
 Γι' αυτό και στολισμένο δεν είναι ένα σπίτι μόνο τα Χριστούγεννα, μόνο όταν μικρά φωτάκια αναβοσβήνουν μέσα από κλειστά παράθυρα.
  Ούτε μεγαλώνει κανείς, μόνο όταν έρχεται και αλλάζει ένας αριθμός και, μαθηματικά, προστίθεται ένας χρόνος.
 Μεγαλώνεις, όταν σταματάς να βλέπεις εκείνα τα φωτάκια που ανάβουν όλο το χρόνο.
 Ή όταν σταματάς να βλέπεις χρώματα.
 Ή όταν αρχίζεις να μετράς το χρόνο που φεύγει και όχι εκείνον που έρχεται.
Ναι, πού και πού "μια μέρα μόνο είναι αρκετή, για να μας κάνει λίγο πιο μεγάλους...''
...μα εμείς διαλέγουμε πότε θα έρθει εκείνη η μέρα ...



  

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αν τίποτα ποτέ δεν άλλαζε


Μια κούπα με ζεστή σοκολάτα, ένα κρύο χειμωνιάτικο απόγευμα. Στη γνώριμη πόλη μου, μέσα σε ένα πολυσύχναστο καφέ, αρχίζει μια συζήτηση με φίλους δίπλα σε άγνωστους θαμώνες. Μοιραζόμαστε σκέψεις, τακτοποιούμε ανησυχίες, σκεφτόμαστε αλλαγές και, φυσικά, σωπαίνουμε.
  Τελικά συνειδητοποιώ ότι οι σημαντικότερες στιγμές σε μια συζήτηση είναι οι σιωπές. Σιωπές. Αυτές οι πολύτιμες παύσεις, μικρές ή μεγάλες, που κρύβουν τόσα νοήματα, τόσα μυστικά, τόσα συναισθήματα.
  Σιωπές. Όσα δε λέγονται είτε γιατί δε βρίσκουν τον τρόπο, είτε γιατί δε βρίσκουν την ευκαιρία, είτε από φόβο για την αλλαγή που θα τις συνοδεύσει, αν γίνουν ήχοι και λόγια και καταθέσεις ψυχής.
  Συζητάμε για καθημερινά, απλά, βαρετά πολλές φορές ή κάπως ασήμαντα πράγματα και αφήνουμε στην άκρη άλλα, πολύ πιο σημαντικά, διστάζοντας να τα φανερώσουμε.
 Κι ενώ εκείνα που δε λέμε είναι αυτά που κυριαρχούν στη σκέψη μας, τα παραμερίζουμε και τα αγνοούμε, νομίζοντας ότι έτσι τα αποφεύγουμε και δε θα εμφανιστούν αργά ή γρήγορα μπροστά μας.
  Κάπου ανάμεσα στη συζήτηση, θυμάμαι έναν φίλο που μου είχε εμπιστευθεί πριν καιρό μια αγαπημένη του μαντινάδα. Έρχεται στο μυαλό μου το τελευταίο της δίστιχο. "[...] κι άνθρωπος που αγαπά κρυφά, μαραίνεται και λιώνει".
  Στρέφω το βλέμμα και παρατηρώ τα πρόσωπα των φίλων μου. Αναγνωρίζω δύο πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τις σιωπές, που προστατεύονται κάτω από την ασφάλεια που τους προσφέρει η σταθερότητα της φύλαξης ενός μυστικού.
  Λες και κάτι φωτίζει ξαφνικά το σκοτάδι της σκέψης μου, καταλαβαίνω ότι και των δύο οι σιωπές οδηγούν στο ίδιο μονοπάτι. Μα εκείνοι δεν το γνωρίζουν. Και τα πρόσωπά τους το μαρτυρούν. Κι εγώ βρίσκομαι εκεί μονάχα σαν παρατηρητής, να νιώθω τις σιωπές τους και να τις ξεχωρίζω ανάμεσα στους υπόλοιπους ήχους γύρω μου.
  Η ώρα περνά και η συζήτηση για απόψε κοντεύει να τελειώσει. Λίγο αργότερα βρίσκομαι να χαιρετώ τους φίλους μου και φεύγω περπατώντας για το σπίτι. Καθώς επιστρέφω, αναρωτιέμαι τι τελικά συζητήσαμε σήμερα. Και η απάντηση που δίνω στον εαυτό μου είναι μονολεκτική. Τίποτα.
 Δεν άλλαξε τίποτα, δε μοιραστήκαμε τίποτα. Άλλη μια επανάληψη, άλλη μια συνάντηση που έμεινε στάσιμη. Κι εγώ μόνο παρατηρητής.   
Λίγο πριν φτάσω σπίτι μου, διαβάζω ένα φρεσκοβαμμένο σύνθημα στον τοίχο ενός ακατοίκητου σπιτιού κοντά στο δικό μου. "Αν τίποτα ποτέ δεν άλλαζε, δε θα υπήρχαν πεταλούδες".
  Δε χρειάστηκε να σκεφτώ τίποτα άλλο. Έπιασα το κινητό μου και κάλεσα έναν αριθμό.
Απόψε θα γινόμουν πεταλούδα.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Όταν πάει ο παλιός ο χρόνος...

Μέρες τώρα, πλήθος δημοσιεύσεων στο διαδίκτυο μας προετοιμάζει για το μισεμό του χρόνου που  "πάλιωσε" και για το φιλόδοξο ερχομό του νέου που σε λίγο φτάνει...
Και τον περιμένουμε πώς και πώς αυτόν το νέο χρόνο να 'ρθει.
Και μετράμε αντίστροφα τις τελευταίες μέρες του έτους, λες και οι καημένες δεν έχουν καμία σημασία, λες και υπάρχουν μόνο για να τις σβήνουμε από το ημερολόγιο ανυπόμονα.
Και ετοιμάζουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Και στολίζουμε, στολιζόμαστε τα καλά μας.
Και περιμένουμε, καθώς προσδοκούμε αυτό το νέο έτος να μας εκπλήξει ευχάριστα, να μη μας αδικήσει, να μη μας πονέσει, να μη μας στερήσει ό,τι έμψυχο και άψυχο έχουμε.
Και ελπίζουμε για το καλύτερο που θα φέρει.
Και θα ελπίζουμε, μέχρι να έρθει η ώρα που θα παλιώσει και ο χρόνος αυτός και θα τον διώξουμε τραγουδώντας.
Τραγουδώντας όπως κάθε χρόνο.
"Πάει ο παλιός ο χρόνος..."
Και αναρωτιέμαι. Πού να πηγαίνει άραγε αυτός ο παλιός χρόνος που φεύγει;
Χάνεται; Εξαφανίζεται; Παίρνει μαζί του ό,τι είχε φέρει και δεν αφήνει τίποτα πίσω;
Φεύγει για να δώσει τη θέση του στον επόμενο, λες και παραδίδει ένα λευκό βιβλίο;
Και έρχεται ο νέος χρόνος με τα δώρα.
Και αναρωτιέμαι. Τι καινούρια δώρα άραγε να κρατάει αυτός ο νέος χρόνος που έρχεται;
Τι παραπάνω δώρα ζητάμε να έχουμε τη νέα χρονιά;
Θα έρθει ο καινούριος χρόνος.
Κι ας πάει ο παλιός όπου θέλει. Μα ας μην πάρει μαζί του τη μαγεία της προσμονής, τη χαρά του ονείρου, την ανάγκη της ανέφελης ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο, ένα δικαιότερο μέλλον, μια ομορφότερη χρονιά.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Αίθουσα αναμονής




Καθισμένος σε μια άβολη μεταλλική καρέκλα στην αίθουσα αναμονής, είχε αρχίσει να γίνεται νευρικός, καθώς περνούσε τόσος χρόνος χωρίς να μπορεί να καπνίσει. Δεν του άρεσαν οι αίθουσες αναμονής. Ο χρόνος του έμοιαζε πως διαστελλόταν όσο βρισκόταν μέσα τους και περίμενε.
  Αν και υπήρχε κόσμος γύρω του, επικρατούσε ησυχία. Ο καθένας κλεισμένος στο κουκούλι του, δεν άφηνε περιθώρια να εισχωρήσεις στο νοητό συρματόπλεγμα που οριοθετούσε το χώρο του από το διπλανό. Πού να μιλήσεις με κάποιον λοιπόν για να περάσει η ώρα. Αναγκαστικά καθόσουν εκεί και άρχιζες να μιλάς με τον εαυτό σου ψιθυριστά, με μια εσωτερική φωνή που εμφανίζεται πάντα όταν αρχίζεις να σκέφτεσαι. Μόλις βρεις χρόνο και δεν κάνεις τίποτα, σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό και η μαγική φωνή έρχεται να σου κρατήσει συντροφιά, τριβελίζοντας το μυαλό σου.
  Εκείνος αφήνει το βλέμμα να περιπλανηθεί στο χώρο, να βγει έξω από το παράθυρο και να πετάξει ψηλά, εκεί που δεν μπορεί ο ίδιος να φτάσει. Το σώμα είναι καθηλωμένο μα η σκέψη έχει βγάλει ήδη φτερά και έχει φύγει μακριά του. Έχει βρει καταφύγιο κάτω από τη σκιά μιας γερασμένης βελανιδιάς, της βελανιδιάς των παιδικών του χρόνων, και καπνίζει ανενόχλητα, ρεμβάζοντας και ρουφώντας τον αέρα που αναδύει μια μυρωδιά ζεστού, σκαμμένου χώματος.
  Η αίθουσα αναμονής. Πάντα ίδια, κάθε φορά ίδιος και εκείνος μέσα της. Οι άνθρωποι - κουκούλια που μαζεύονται στις θέσεις πλάι του μονάχα αλλάζουν. Πρόσωπα διαφορετικά, σώματα που κουβαλούν ξεχωριστές ιστορίες, φυλαγμένες κάτω από δέρματα που φορούν λογιών λογιών ρούχα.
  Στον ίσκιο του αγαπημένου δέντρου τώρα φιλοξενούνται δύο σώματα. Το τσιγάρο έχει σβήσει, το αποτσίγαρο πρόλαβε να κρυφτεί στο χαρτομάντιλο στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Ο γάργαρος ήχος του νερού από το κοντινό ρυάκι ανακατεύεται με τον ήχο από τα γέλια των δύο προσώπων. Μυρίζει ξεγνοιασιά. Μια ξεγνοιασιά που έχει το άρωμα ενός χαμομηλιού που μόλις ποτίστηκε.
  Πόσο όμορφη είναι η στιγμή κάτω από τη βελανιδιά. Πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία εκείνη ανάμνηση μαζί της, πριν αναγκαστεί να φύγει για να γνωρίσει τον κόσμο της πόλης, για να δουλέψει, να βγάλει χρήματα και να γυρίσει πίσω ξανά. Έτοιμος. Όπως πρέπει.
Αίθουσα αναμονής. Χρόνια αναμονής που μαζεύτηκαν τόσο γρήγορα. Όχι φέτος, του χρόνου. Ακόμα δεν είναι όπως πρέπει. Καλύτερα να περιμένει ακόμα λίγο η ανάμνηση της βελανιδιάς, να πιαστεί ο ίδιος πιο καλά.
  Το βλέμμα επιστρέφει από το παράθυρο και βρίσκει ξανά το σώμα που κάθεται στην άβολη καρέκλα της αίθουσας αναμονής. Εκείνος σηκώνεται και αφήνει πίσω την αίθουσα και τους ανθρώπους - κουκούλια. Κουβαλάει κι εκείνος το κουκούλι του που δεν το αφήνει να τρυπήσει για να βγει η πεταλούδα. Άλλη μία αναβολή. Άλλο ένα εισιτήριο που δεν έβγαλε για τη βελανιδιά και το κορίτσι που θυμάται να γελάει από κάτω της.
  Βγάζει ένα τσιγάρο και το ρουφάει με τόση λαχτάρα, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με το ζεστό του αέρα και κάνοντάς τα να φουσκώσουν μεμιάς. «Όχι ακόμα. Δεν είναι ακόμα η κατάλληλη στιγμή για να με δεχτεί», μονολογεί, καθώς ακούγονται τα βήματα των ανθρώπων που αρχίζουν να επιβιβάζονται για να αναχωρήσουν. 
Όχι ακόμα. Ίσως του χρόνου. Ίσως και ποτέ. Αλλά όχι ακόμα...

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Dear God, make me a bird

“Dear God, make me a bird. So I can fly far. Far, far away from here.

- Hanna Hall as Young Jenny Curran in Forrest Gump (1994)


Πλησιάζοντας οι μέρες για τα Χριστούγεννα, παρατηρώ τη διάθεση των ανθρώπων γύρω μου να αλλάζει. Μικρά και μεγάλα παιδιά αρχίζουν να μετρούν αντίστροφα το χρόνο, περιμένοντας κάτι νέο, όμορφο, ξεχωριστό. Τη νέα χρονιά. 
Και τα παιδιά, που εξακολουθούν να πιστεύουν ακόμα στον Άγιο Βασίλη, πιάνουν για άλλη μια φορά τα καλοξυσμένα μολύβια τους και με τα ωραιότερά τους γράμματα ζητάνε από τον αγαπημένο τους Άγιο τα δώρα που επιθυμούν...
Όλα γίνονται πιο όμορφα τα Χριστούγεννα. Όλα μπορούν να γίνουν τα Χριστούγεννα, γι' αυτούς που πιστεύουν στη μαγική τους ατμόσφαιρα... Ακόμα και η επιθυμία ενός κοριτσιού να γίνει πουλί και να πετάξει ψηλά, φτάνοντας σε μια χώρα πολύ πολύ μακριά από εδώ που βρίσκεται... 
Με αφορμή λοιπόν τα λόγια ενός άλλου κοριτσιού, τα οποία έφτασαν σήμερα στα αυτιά μου τυχαία και μου θύμισαν την ταινία του Forrest Gump, εγκαινιάζω κι εγώ με αυτήν την ανάρτηση τη δική μου μαγική ατμόσφαιρα σκέψεων που αρχίζω να μοιράζομαι... γιατί απλά... έχω μια σκέψη...